Μετάφραση του "pause" σε Ελληνικά

Οι παύση, διάλειμμα, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pause" σε Ελληνικά.

pause noun feminine γραμματική

interruption (repos)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παύση

    noun feminine

    Je m'impose une pause de tout relation avec un homme.

    Στηρίζομαι στην παύση από οποιοδήποτε πράγμα που έχει σχέση με τους άντρες.

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Faisons une courte pause.

    Ας κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα.

  • διακοπή

    noun feminine

    Alors prends une pause au lieu de déformer tout ce qu'il dit.

    Ας ζητούσες διακοπή, αντί να παραποιείς ό, τι έλεγε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάπαυση
    • ανάπαυλα
    • λήξη χρονικού ορίου
    • σταματώ
    • κομπιάζω
    • κοντοστέκομαι
    • παύω για λίγο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pause
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παύση

    Met en pause la surveillance du journal courant

    Παύση παρακολούθησης της τρέχουσας καταγραφής

Φράσεις παρόμοιες με "pause" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη