Μετάφραση του "payer" σε Ελληνικά

Οι πληρώνω, καταβάλλω, αποφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "payer" σε Ελληνικά.

payer verb γραμματική

Donner de l'argent en contrepartie de biens ou de services.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρώνω

    verb

    Donner de l’argent pour un bien ou un service|1

    Elle refusa de payer.

    Αυτή αρνήθηκε να πληρώσει.

  • καταβάλλω

    verb

    Les aides sont payées ou avancées par l'État membre dans lequel le tabac a été produit.

    Η ενίσχυση καταβάλλεται ή προκαταβάλλεται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει παραχθεί ο καπνός.

  • αποφέρω

    verb

    Ça ne paye pas d'être un génie, pas vrai?

    Το να είσαι μεγαλοφυΐα δε σου αποφέρει λεφτά, ε;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποπληρώνω
    • ισχύω
    • εξοφλώ
    • υπερισχύω
    • αφιερώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " payer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "payer"

Φράσεις παρόμοιες με "payer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "payer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη