Μετάφραση του "penser" σε Ελληνικά

Οι σκέφτομαι, νομίζω, νουνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penser" σε Ελληνικά.

penser verb γραμματική

Avoir à l'esprit, comme sujet de ses pensées. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκέφτομαι

    verb

    Utiliser ses pouvoirs mentaux activement et consciemment, habituellement pour former des idées.

    Oui, je pense ça aussi.

    Ναί, σκέφτομαι κι αυτό ακόμα.

  • νομίζω

    verb

    Je ne pense pas que ce fauteuil soit confortable.

    Δε νομίζω ότι αυτή η πολυθρόνα είναι άνετη.

  • νουνίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιστεύω
    • θεωρώ
    • υποθέτω
    • φαντάζομαι
    • αισθάνομαι
    • αίσθηση
    • αναλογίζομαι
    • εικάζω
    • γράφω
    • θέλω
    • θυμάμαι
    • υπαινίσσομαι
    • κάνω νύξη
    • λέω
    • σκέφτομαι έντονα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "penser"

Φράσεις παρόμοιες με "penser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη