Μετάφραση του "peptide" σε Ελληνικά

Οι πεπτίδιο, Πεπτίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peptide" σε Ελληνικά.

peptide noun masculine γραμματική

Séquence d’acides aminés liés entre eux par des liaisons peptidiques.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεπτίδιο

    neuter

    Le peptide lui-même a une plus faible affinité pour ces récepteurs

    Το πεπτίδιο από μόνο του έχει μικρότερη συγγένεια για αυτούς τους υποδοχείς

  • Πεπτίδιο

    Le peptide lui-même a une plus faible affinité pour ces récepteurs

    Το πεπτίδιο από μόνο του έχει μικρότερη συγγένεια για αυτούς τους υποδοχείς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peptide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peptide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη