Μετάφραση του "petit" σε Ελληνικά

Οι μικρός, κοντός, λίγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petit" σε Ελληνικά.

petit adjective noun masculine γραμματική

de taille réduite [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρός

    adjective masculine

    Ούτε μεγάλος ούτε χοντρός. Ασήμαντος. Χαμηλός σε ύψος. [..]

    C'est un petit pas pour l'homme, mais un bond de géant pour l'humanité.

    Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.

  • κοντός

    adjective

    άνθρωπος με μικρό ανάστημα

    Max ne fait plus de blagues sur ma petite taille.

    τέρμα τα αστεία για κοντούς από τη Μαξ.

  • λίγος

    adjective

    Je pensais qu'un petit tour en prison ferait grimper sa réputation.

    Πιστεύω ότι λίγος χρόνος στη φυλακή μπορεί να αναβαθμίσει την καλλιτεχνική φήμη ενός καλλιτέχνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μικρό
    • μικροχαρά
    • μωρό
    • νεαρός
    • αγοράκι
    • μικροσκοπικός
    • νέος
    • ελαφρύς
    • ποταπός
    • φτυάρι
    • μικρή
    • μικρόσ
    • παιδί
    • σύντομος
    • λιγοστός
    • βραχύς
    • νεότερος
    • αδύναμος
    • κουταλάκι
    • μικρούτσικος
    • τοσοσδά
    • ανώριμος
    • νεολαία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " petit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Petit proper
+ Προσθήκη

"Petit" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Petit στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "petit"

Φράσεις παρόμοιες με "petit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "petit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη