Μετάφραση του "peu" σε Ελληνικά

Οι λίγος, λίγο, λίγοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peu" σε Ελληνικά.

peu noun adverb masculine γραμματική

Pas occupé, en faible quantité. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίγος

    adjective

    Si peu de temps, mon amour, qu'il ne faut pas le gâcher.

    Τόσος λίγος χρόνος, αγάπη μου, δεν πρέπει να τον σπαταλήσουμε.

  • λίγο

    adverb

    J'ai besoin d'un peu de temps pour y réfléchir.

    Θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ.

  • λίγοι

    adjective

    Le peu de famille que j'ai est pris par ses problèmes.

    Οι λίγοι συγγενείς που έχω μου έχουν κλείσει την πόρτα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μερικοί
    • σμικρῶς
    • πράξη
    • λεκές
    • θεατρικό νούμερο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη