Μετάφραση του "peur" σε Ελληνικά

Οι φόβος, φοβία, τρόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peur" σε Ελληνικά.

peur noun feminine γραμματική

Émotion ressentie par anticipation d'une douleur ou d'un danger spécifique.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόβος

    noun masculine

    émotion

    Ne soyez pas muselés par la peur, le passé ou les opinions des autres.

    Μη σας επηρεάσει ο φόβος, το παρελθόν ή η γνώμη κάποιου άσχετου.

  • φοβία

    noun feminine

    Je connais votre rhésus, votre rythme cardiaque, votre peur des clowns.

    Ξέρω την ομάδα αίματος και την πίεσή σου, τη φοβία για τους κλόουν που είχες μικρή.

  • τρόμος

    noun masculine

    Merci, Frank, parce que je devais avoir plus peur.

    Να'σαι καλά, Φρανκ, λες και δεν μου έφτανε ο τρόμος που ήδη νιώθω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρομάρα
    • φοβισμένος
    • φοβίζω
    • πανικός
    • δέος
    • αγωνία
    • ανησυχία
    • φοβάμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη