Μετάφραση του "physique" σε Ελληνικά
Οι φυσική, φυσικός, σωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "physique" σε Ελληνικά.
Qui s’exprime dans le monde matériel [..]
-
φυσική
noun feminineÉtude des aspects de la nature qui peuvent être compris d'une manière fondamentale en terme de principes élémentaires et de lois.
Le nettoyage des équipements et des installations est effectué par des moyens physiques ou mécaniques.
Ο καθαρισμός του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων πραγματοποιείται με φυσικά ή μηχανικά μέτρα.
-
φυσικός
adjective masculineLe nettoyage des équipements et des installations est effectué par des moyens physiques ou mécaniques.
Ο καθαρισμός του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων πραγματοποιείται με φυσικά ή μηχανικά μέτρα.
-
σωματικός
adjective masculineLe sport et les activités physiques constituent des instruments importants pour atteindre les jeunes.
Ο αθλητισμός και η σωματική άσκηση είναι σημαντικά εργαλεία για την προσέγγιση των νέων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σώμα
- φύση
- κράση
- ανατομία
- Φυσική
- ανθρώπινο σώμα
- σωματική κατασκευή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " physique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "physique"
Φράσεις παρόμοιες με "physique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φυσικό περιβάλλον
-
φυσικός σχεδιασμός
-
φυσικές διεργασίες
-
φυσική ουσία
-
φόρος φυσικών προσώπων
-
φυσικές διαδικασίες
-
Κλασσική Φυσική
-
υπολογιστική φυσική