Μετάφραση του "pipe" σε Ελληνικά

Οι πίπα, τσιμπούκι, σωλήνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pipe" σε Ελληνικά.

pipe noun masculine feminine γραμματική

Objet pour fumer le tabac (1) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίπα

    noun feminine

    objet servant à fumer le tabac [..]

    On n'a pas besoin de fumer la pipe pour être classe.

    Δεν χρειάζεται να καπνίζεις πίπα για να είσαι στην τρίχα.

  • τσιμπούκι

    noun

    Je veux mon propre mélange de tabac et une pipe en ivoire.

    Θέλω το δικό μου χαρμάνι καπνού κι ένα τσιμπούκι από ελεφαντόδοντο.

  • σωλήνα

    noun

    Hey, s'il y a encore de l'herbe dans cette pipe, je vais la prendre.

    Γεια σου, αν υπάρχει κάποιο ζιζάνιο ακόμα σε αυτό το σωλήνα, θα το πάρει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καπνοσύριγγα
    • πεοθηλασμός
    • πεολειξία
    • σωλήνωση
    • στριγκλίζω
    • σειρά αυλών εκκλησιαστικού οργάνου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pipe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pipe"

Φράσεις παρόμοιες με "pipe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pipe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη