Μετάφραση του "placer" σε Ελληνικά

Οι τοποθετώ, θέτω, επενδύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "placer" σε Ελληνικά.

placer verb noun masculine γραμματική

Fournir des endroits ou des objets ou les gens peuvent s'asseoir. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοποθετώ

    verb

    Le sperme du suspect le place sur les lieux du crime aux alentours de l'heure du crime.

    Το σπέρμα του κατηγορούμενου τον τοποθετεί στην σκηνή του φόνου, κοντά στην ώρα του φόνου.

  • θέτω

    verb

    G. ajoute que les personnes placées en rétention sont généralement vulnérables.

    G. προσθέτει ότι τα πρόσωπα που τίθενται υπό κράτηση είναι εν γένει ευάλωτα.

  • επενδύω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω
    • εντοπίζω
    • ωθώ
    • τραβώ
    • ακουμπώ
    • στοχεύω
    • εγκαθίσταμαι
    • τραβάω
    • πουλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " placer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "placer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "placer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη