Μετάφραση του "planifier" σε Ελληνικά
Οι σχεδιάζω, σχέδιο, έχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "planifier" σε Ελληνικά.
Réaliser ou préparer un plan pour faire quelque chose.
-
σχεδιάζω
verbRéaliser ou préparer un plan pour faire quelque chose. [..]
De nombreuses possibilités de service et de nombreuses activités sont planifiées et dirigées par des femmes.
Πολλές ευκαιρίες υπηρετήσεως και δραστηριότητες σχεδιάζονται και διευθύνονται από γυναίκες.
-
σχέδιο
noun neuterDonc elle aurait pu avoir planifié cela depuis le début.
Αυτό μπορεί να ήταν το σχέδιο από την αρχή.
-
έχω
verbOn dirait que t'as bien planifié la journée des métiers.
Φαίνεται πως είχατε μεγάλη γκάμα επαγγελμάτων στην ημέρα καριέρας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρονοδιάγραμμα
- κατάστρωση χρονοδιαγράμματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " planifier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Χρονοδιάγραμμα
Cela permettrait également de planifier de manière plus souple le lancement des négociations.
Αυτό θα επέτρεπε επίσης μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.
Φράσεις παρόμοιες με "planifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προγραμματισμός διάσκεψης...
-
κόστος γραμμής βάσης · προγραμματισμένο κόστος
-
Προγραμματισμός σύσκεψης
-
λογαριασμός χρονιστή
-
οικονομία κεντρικού σχεδιασμού · σοσιαλιστική οικονομία
-
Σχεδιασμένη οικονομία