Μετάφραση του "plastifiant" σε Ελληνικά

Οι πλαστικοποιητής, Πλαστικοποιητές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plastifiant" σε Ελληνικά.

plastifiant noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαστικοποιητής

    plastifiant dans des matériaux et des objets réutilisables en contact avec des denrées alimentaires non grasses;

    πλαστικοποιητής για υλικά και αντικείμενα επανειλημμένης χρήσης που έρχονται σε επαφή με μη λιπαρά τρόφιμα·

  • Πλαστικοποιητές

    οργανικά μόρια τα οποία προστίθενται στα πολυμερή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plastifiant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plastifiant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη