Μετάφραση του "plinthe" σε Ελληνικά

Οι σοβατεπί, πλίνθος, τσεκουλατούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plinthe" σε Ελληνικά.

plinthe noun feminine γραμματική

En architecture, plateforme sur laquelle repose une colonne, une statue ou un autre élément architectural.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοβατεπί

    noun neuter

    Un trou dans une plinthe, c'est forcément douteux.

    Μία κρυψώνα στο σοβατεπί κάνει τους πάντες καχύποπτους.

  • πλίνθος

    noun feminine
  • τσεκουλατούρα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Σοβατεπί
    • βάση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plinthe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plinthe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη