Μετάφραση του "plombier" σε Ελληνικά

Το υδραυλικός είναι η μετάφραση του "plombier" σε Ελληνικά.

plombier noun masculine γραμματική

Professionnels spécialisé dans la construction et l'entretien de la plomberie, du chauffage, de l'eau et/ou des eaux usées.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υδραυλικός

    noun masculine

    profession [..]

    Elle ne s'allume pas, t'aurais dû faire plombier.

    Όταν το σπίτι είναι σκοτεινό καλύτερα να γινόσουν υδραυλικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plombier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plombier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη