Μετάφραση του "plurilingue" σε Ελληνικά

Το πολύγλωσσος είναι η μετάφραση του "plurilingue" σε Ελληνικά.

plurilingue adjective masculine γραμματική

Écrit en, ou constitué de plusieurs langues. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολύγλωσσος

    noun masculine

    Capable de communiquer dans plusieurs langues, généralement plus que trois. [..]

    Ce Parlement doit demeurer plurilingue.

    Αυτό το Κοινοβούλιο πρέπει να εξακολουθήσει να είναι πολύγλωσσο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plurilingue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plurilingue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη