Μετάφραση του "pois" σε Ελληνικά

Οι μπιζέλι, αρακάς, ψάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pois" σε Ελληνικά.

pois noun masculine γραμματική

Chacune des graines d’une espèce de légumineuse papilionacée. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπιζέλι

    noun neuter

    Je ne suis qu'un modeste petit pois, assise dans le caniveau.

    Είμαι ένα μικρό μπιζέλι, που κάθετε στο χαντάκι.

  • αρακάς

    noun masculine

    Je suis tellement occupée au magasin, je ne peux faire pousser mes pois ou mes navets.

    Το μαγαζί με απασχολεί τόσο πολύ, που δεν μπορώ να κάνω να φυτρώσει ο αρακάς και τα ραπανάκια.

  • ψάρι

    noun neuter

    De quelle couleur sont les petits pois?

    Πώς λένε ένα ψάρι χωρίς μάτια;

  • Ιχθύες

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pois " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pois"

Φράσεις παρόμοιες με "pois" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pois" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη