Μετάφραση του "poivrer" σε Ελληνικά
Οι πιπερώνω, πιπέρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poivrer" σε Ελληνικά.
poivrer
verb
γραμματική
Assaisonner avec du poivre.
-
πιπερώνω
verb -
πιπέρι
noun neuterL’assaisonnement est composé de sel, poivre et muscade.
Το μείγμα καρύκευσης αποτελείται από αλάτι, πιπέρι και μοσχοκάρυδο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poivrer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "poivrer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πιπερώνω
-
Μέντα η πιπερώδης · μέντα
-
μύλος πιπεριού
-
Λυγαριά
-
μαυροπίπερο
-
πιπέρι
-
πιπέρι
-
πιπέρι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη