Μετάφραση του "polyamide" σε Ελληνικά

Το Πολυαμίδιο είναι η μετάφραση του "polyamide" σε Ελληνικά.

polyamide noun masculine

Polymère contenant des monomères joints par des liaisons amides. Ils peuvent exister naturellement, comme les protéines, ou peuvent être fabriqués artificiellement, comme par exemple le nylon ou le kevlar.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πολυαμίδιο

    Ένα πολυαμίδιο είναι ένα μακρομόριο με επαναλαμβανόμενες μονάδες συνδεμένες με αμιδικούς δεσμούς.

    Polyamide, polyoléfines fonctionnelles, barrières métallisées et occultantes

    Πολυαμίδιο, λειτουργικές πολυολεφίνες, επιμεταλλωμένες επιφάνειες και επιφάνειες για τον περιορισμό του φωτός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " polyamide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "polyamide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη