Μετάφραση του "pommade" σε Ελληνικά

Οι αλοιφή, βάλσαμο, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pommade" σε Ελληνικά.

pommade noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine

    J'ai appliqué une pommade pour empêcher les cicatrices et infections.

    Της έβαλα αλοιφή για ν'αποφύγω το επίστρωμα και τις φλεγμονές.

  • βάλσαμο

    noun neuter
  • κρέμα

    noun

    La pommade, si vous voulez, pour combattre cette MST.

    Η κρέμα, υποθέτω, που διώχνει μακριά το STD.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pommade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pommade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη