Μετάφραση του "population" σε Ελληνικά

Οι πληθυσμός, ανθρώπινος πληθυσμός, πληθυσμιακή στατιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "population" σε Ελληνικά.

population noun feminine γραμματική

ensemble des habitants d'un espace [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυσμός

    noun masculine

    Groupe d'organismes d'une espèce qui occupent une région déterminée. [..]

    Quelle est la population de France ?

    Τι είναι ο πληθυσμός της Γαλλίας;

  • ανθρώπινος πληθυσμός

    Groupe d'individus ayant des caractéristiques communes.

    Mais la population humaine planétaire a dû chuter avant de rebondir.

    Αλλά ο παγκόσμιος ανθρώπινος πληθυσμός πρέπει να είχε μειωθεί αισθητά πριν να επανέλθει.

  • πληθυσμιακή στατιστική

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " population " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Population
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πληθυσμός

    Quelle est la population de France ?

    Τι είναι ο πληθυσμός της Γαλλίας;

Φράσεις παρόμοιες με "population" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "population" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη