Μετάφραση του "populisme" σε Ελληνικά

Οι λαϊκισμός, Λαϊκισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "populisme" σε Ελληνικά.

populisme noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαϊκισμός

    noun

    L'adhésion aux opinions extrêmes augmente dans plusieurs pays et le populisme gagne du terrain.

    Σε πολλές χώρες αυξάνεται η υιοθέτηση ακραίων απόψεων και ο λαϊκισμός κερδίζει έδαφος.

  • Λαϊκισμός

    type de discours et de courants politiques, prenant pour cible de ses critiques « les élites » et prônant le recours au « peuple »

    L'adhésion aux opinions extrêmes augmente dans plusieurs pays et le populisme gagne du terrain.

    Σε πολλές χώρες αυξάνεται η υιοθέτηση ακραίων απόψεων και ο λαϊκισμός κερδίζει έδαφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " populisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "populisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη