Μετάφραση του "possession" σε Ελληνικά
Οι κατοχή, δαιμονισμός, ιδιοκτησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "possession" σε Ελληνικά.
supporter (les frais)
-
κατοχή
noun feminineC'est un terroriste en possession d'une tête nucléaire volée.
Είναι ένας τρομοκράτης που έχει στην κατοχή του μία κλεμένη πυρινική κεφαλή κατευθυνόμενου πυράλου.
-
δαιμονισμός
Noun(Théologie chrétienne) État d’un homme qu’on dit possédé par le démon.
Au final, on n'a pas pu prouver qu'il s'agissait d'une possession.
Τελικά σ'αυτή την περίπτωση, δεν αποδείχτηκε ότι ήταν δαιμονισμός.
-
ιδιοκτησία
noun feminineJ'ai donc décidé de reprendre possession du son
Έτσι αποφάσισα να ανακτήσω ιδιοκτησία πάνω στον ήχο
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπάρχοντα
- κτήση
- κυριότητα
- περιουσία
- Δαιμονισμός
- αγαθά
- μέσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " possession " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Possession (film, 1981)
"Possession" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Possession στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "possession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κυριεύω