Μετάφραση του "poumon" σε Ελληνικά
Οι πνεύμονας, Πνεύμονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poumon" σε Ελληνικά.
poumon
noun
masculine
feminine
γραμματική
Organe biologique extrayant l'oxygène de l'air.
-
πνεύμονας
noun masculineOrgane biologique extrayant l'oxygène de l'air.
Nous pensons qu'Emily a un caillot dans ses poumons.
Πιστεύουμε ότι η Έμιλι έχει θρόμβο στους πνεύμονες.
-
Πνεύμονας
organe de l'appareil respiratoire
Les poumons et le cœur vont au centre médical de Portland.
Πνεύμονες και καρδιά πάνε στο Ιατρικό Κέντρο τού Πόρτλαντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poumon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "poumon"
Φράσεις παρόμοιες με "poumon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πνευμονικό οίδημα
-
Καρκίνος του πνεύμονα · καρκίνος του πνεύμονα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη