Μετάφραση του "pourrir" σε Ελληνικά

Οι σαπίζω, παραχαϊδεύω, σήψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pourrir" σε Ελληνικά.

pourrir verb γραμματική

Causer un résultat insatisfaisant, irritant ou inutilisable à quelque chose. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαπίζω

    verb

    Devenir gâté par des bactéries et autres agents infectieux (généralement en parlant de nourriture).

    Elle mérite de mourir pour me laisser pourrir dans cette misère!

    Της αξίζει να πεθάνει που με αφήνει να σαπίζω σ ' αυτό το άθλιο αχούρι!

  • παραχαϊδεύω

    verb
  • σήψη

    noun feminine

    Le taux d'humidité doit être suffisamment élevé, mais pas trop, pour que les racines ne pourrissent pas.

    Το επίπεδο υγρασίας πρέπει να είναι υψηλό, αλλά όχι υπερβολικά, ώστε να μην προκαλείται σήψη των ριζών.

  • αποσύνθεση

    noun feminine

    Parfaitement préservé pour un cadavre pourri, qu'il est.

    Τέλεια διατηρημένο για ένα πτώμα σε αποσύνθεση, δηλαδή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pourrir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pourrir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σαπίζω
  • κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας
  • ποικιλία · ποτ πουρί · ποτ-πουρί · ποτπουρί · συλλογή
  • αλλοιωμένος · κακομαθημένος · σάπιος · σαθρός · σαπισμένος · σαπρός · χαλασμένος
  • αλλοιωμένος · κακομαθημένος · σάπιος · σαθρός · σαπισμένος · σαπρός · χαλασμένος
  • αλλοιωμένος · κακομαθημένος · σάπιος · σαθρός · σαπισμένος · σαπρός · χαλασμένος
  • σαπίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pourrir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη