Μετάφραση του "poussette" σε Ελληνικά
Οι καροτσάκι, περιπατητής, παιδικό καροτσάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poussette" σε Ελληνικά.
poussette
noun
feminine
γραμματική
Petite voiture que l’on pousse
-
καροτσάκι
noun neuterγια μικρά παιδιά
Je vois, si tu dit que tu cherches une poussette.
Σε πιάνω, αν εννοείς ότι ψάχνετε για καροτσάκι.
-
περιπατητής
-
παιδικό καροτσάκι
noun neuterLes mères aveugles doivent tirer leur poussette pour éviter de la pousser vers l'inconnue.
Οι τυφλές μητέρες πρέπει να σέρνουν το παιδικό καροτσάκι και να μην τ'οδηγούν στ'άγνωστο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poussette " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη