Μετάφραση του "pratique" σε Ελληνικά
Οι πρακτικός, πρακτική, εξάσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pratique" σε Ελληνικά.
pratique
adjective
noun
verb
masculine
feminine
γραμματική
Concerné par l'utilisation réelle.
-
πρακτικός
adjective masculineTa proposition n'est d'aucune utilité pratique.
Η πρότασή σου δεν έχει κανένα πρακτικό όφελος.
-
πρακτική
noun feminineTa proposition n'est d'aucune utilité pratique.
Η πρότασή σου δεν έχει κανένα πρακτικό όφελος.
-
εξάσκηση
noun feminineInternet peut également constituer une source d'information et de pratique linguistique.
Στη συνέχεια το Διαδίκτυο λειτούργησε ως μια πηγή περισσότερων πληροφοριών και παρείχε τη δυνατότητα για μεγαλύτερη γλωσσική εξάσκηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άσκηση
- κυκλοφορία
- λειτουργικός
- βολικός
- συνήθεια
- πρόγραμμα
- έξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pratique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pratique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δασοκομική πρακτική
-
παλαιστής μικτών πολεμικών τεχνών
-
κώδικας πρακτικής
-
ελεύθερη κυκλοφορία
-
τεχνική της σύνταξης
-
πρακτική
-
ασκώ · εξακολουθώ · εξασκώ · επιδίδομαι · κάνω · κάνω πρόβα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη