Μετάφραση του "primaire" σε Ελληνικά
Οι πρωτοβάθμιος, πρωτογενής, στοιχειώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primaire" σε Ελληνικά.
primaire
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
πρωτοβάθμιος
-
πρωτογενής
adjectiveEn effet, le Conseil ne peut pas modifier le droit primaire par sa décision.
Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο δεν δύναται να τροποποιήσει το πρωτογενές δίκαιο με απόφασή του.
-
στοιχειώδης
adjectiveComparaison des spécifications actuelles et des spécifications proposées du conditionnement primaire, le cas échéant.
Σύγκριση των προδιαγραφών της τρέχουσας και προτεινόμενης στοιχειώδους συσκευασίας, όπου αυτό έχει εφαρμογή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρώτος
- αρχέγονος
- πρωτεύον πηνίο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " primaire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Primaire
-
Παλαιοζωικός
noun masculine
Φράσεις παρόμοιες με "primaire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρωτοβάθμια (πρώτη) επεξεργασία
-
Βασικά χρώματα · βασικά χρώματα
-
πρωτεύων πίνακας
-
Παρθένο δάσος · αυτόχθον δάσος · πρωτογενές δάσος
-
πρωτογενής τομέας
-
Πρωτογενής παραγωγή
-
Δημοτικό σχολείο · δημοτικό · δημοτικό σχολείο · πρωτοβάθμια εκπαίδευση
-
κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη