Μετάφραση του "primaire" σε Ελληνικά

Οι πρωτοβάθμιος, πρωτογενής, στοιχειώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primaire" σε Ελληνικά.

primaire adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτοβάθμιος

  • πρωτογενής

    adjective

    En effet, le Conseil ne peut pas modifier le droit primaire par sa décision.

    Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο δεν δύναται να τροποποιήσει το πρωτογενές δίκαιο με απόφασή του.

  • στοιχειώδης

    adjective

    Comparaison des spécifications actuelles et des spécifications proposées du conditionnement primaire, le cas échéant.

    Σύγκριση των προδιαγραφών της τρέχουσας και προτεινόμενης στοιχειώδους συσκευασίας, όπου αυτό έχει εφαρμογή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρώτος
    • αρχέγονος
    • πρωτεύον πηνίο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " primaire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Primaire
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παλαιοζωικός

    noun masculine

Φράσεις παρόμοιες με "primaire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "primaire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη