Μετάφραση του "proche" σε Ελληνικά

Οι κοντά, εγγύς, κοντινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proche" σε Ελληνικά.

proche adjective noun masculine γραμματική

À une très petite distance de, ou dans un endroit particulier. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοντά

    adverb

    On ne sera jamais proches si tu ne têtes pas!

    Δεν θα έρθουμε ποτέ κοντά αν δεν πίνεις.

  • εγγύς

    adverb

    Impossible de prédire l'impact que cela aurait eu sur le futur, même le futur proche.

    Δε θα'ξερες τι θα συμβεί στο μέλλον, ούτε στο εγγύς μέλλον.

  • κοντινός

    adjective masculine

    Quelqu'un proche de moi a lutté avec la même chose.

    Κάποιος κοντινός μου πάλευε με το ίδιο πράγμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διπλανός
    • πλησιάζω
    • στενός
    • συγγενείς
    • προσεγγίζω
    • οικογένεια
    • κλείνω
    • πλησίον
    • προσεχής
    • αγαπητός
    • πρώτος
    • μελλοντικός
    • ζυγώνω
    • σιμώνω
    • κοντινή
    • κοντινό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proche " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "proche" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proche" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη