Μετάφραση του "prohibition" σε Ελληνικά
Οι απαγόρευση, ποτοαπαγόρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prohibition" σε Ελληνικά.
prohibition
noun
feminine
γραμματική
abstinence (alcool)
-
απαγόρευση
noun feminineLes droits fondamentaux et la prohibition du refoulement doivent être respectés.
Πρέπει να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα και η απαγόρευση της επαναπροώθησης.
-
ποτοαπαγόρευση
noun feminineNe créons pas de situations qui rappelleraient l'époque de la prohibition.
Ας μην δημιουργήσουμε καταστάσεις σαν την ποτοαπαγόρευση στην Αμερική.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prohibition " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη