Μετάφραση του "propre" σε Ελληνικά

Οι καθαρός, παστρικός, χαρακτηριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propre" σε Ελληνικά.

propre adjective noun masculine γραμματική

Personnel [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρός

    adjective

    Pas sale. [..]

    De même que nous avons besoin d'air frais, de même les poissons ont besoin d'eau propre.

    Χρειαζόμαστε καθαρό αέρα όσο τα ψάρια καθαρό νερό.

  • παστρικός

    Sans saleté [..]

    Mon cousin fait du travail très propre.

    Ο ξάδερφος είναι παστρικός.

  • χαρακτηριστικός

    adjective masculine

    L'accent a été mis sur des projets monothématiques, évalués sur leurs qualités propres.

    Έμφαση δόθηκε σε σχέδια που αφορούν ένα συγκεκριμένο θέμα, τα οποία αξιολογούνται σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθαρίζω
    • γνώρισμα
    • ιδιότητα
    • πρέπων
    • ιδιαιτερότητα
    • διαυγής
    • ιδιο-
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " propre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "propre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "propre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη