Μετάφραση του "puits" σε Ελληνικά

Οι πηγάδι, φρέαρ, καλά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puits" σε Ελληνικά.

puits noun masculine γραμματική

Trou creusé dans la terre pour atteindre une source d'eau, d'huile, de saumure ou de gas.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγάδι

    noun neuter

    Trou dans le sol pour tirer un fluide [..]

    Tant qu'elle est sous le puits, c'est bon.

    Αν είναι κατηφορικά από το πηγάδι θα είμαστε μια χαρά.

  • φρέαρ

    noun neuter

    Trou creusé dans la terre pour atteindre une source d'eau, d'huile, de saumure ou de gas.

    “Forage” est le terme générique utilisé pour désigner un puits étroit foré dans le sol.

    Γεώτρηση είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε στενό φρέαρ που έχει διανοιχθεί στο έδαφος.

  • καλά

    adverb

    On n'a pas le temps de renforcer le puits.

    Δεν έχουμε χρόνο για να το ενισχύσουμε καλά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θάλαμος
    • πιτ
    • φουσκώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puits " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "puits"

Φράσεις παρόμοιες με "puits" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puits" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη