Μετάφραση του "quantum" σε Ελληνικά

Οι Κβάντο, κβάντο, κβάντωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "quantum" σε Ελληνικά.

quantum noun masculine γραμματική

(Physique) Plus petite unité possible d'une quantité donnée.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κβάντο

    plus petite mesure indivisible, que ce soit celle de l'énergie, de la quantité de mouvement ou de la masse

  • κβάντο

    noun
  • κβάντωση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " quantum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "quantum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "quantum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη