Μετάφραση του "raisonner" σε Ελληνικά

Οι λόγος, επιχειρηματολογώ, σκέφτομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raisonner" σε Ελληνικά.

raisonner verb γραμματική

Utiliser ses facultés rationnelles ; déduire des inférences à partir des causes ; appliquer un processus de déduction ou d'induction ; atteindre des conclusion par une comparaison systématique des faits.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγος

    noun masculine

    Ces activités déterminent une gestion raisonnée des produits chimiques.

    Η ορθή διαχείριση των χημικών ουσιών εξαρτάται από τις εν λόγω δραστηριότητες.

  • επιχειρηματολογώ

    verb
  • σκέφτομαι

    verb
  • συλλογίζομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raisonner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "raisonner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raisonner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη