Μετάφραση του "rapacité" σε Ελληνικά

Το αρπακτικότητα είναι η μετάφραση του "rapacité" σε Ελληνικά.

rapacité noun feminine γραμματική

Désir de gain excessif et désordonné.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρπακτικότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rapacité " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rapacité" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη