Μετάφραση του "rasoir" σε Ελληνικά
Οι ξυράφι, λάμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rasoir" σε Ελληνικά.
rasoir
noun
masculine
γραμματική
Instrument à lames utilisé pour enlever les poils du corps par rasage.
-
ξυράφι
noun neuterInstrument servant à raser
Le scotch était sur le rasoir quand Dierdre a vérifié.
Η ταινία ήταν στο ξυράφι όταν το έλεγξε η Ντίρντρ.
-
λάμα
noun feminineOn lui a découpé la gorge au rasoir.
ο λαιμός της κόπηκε με μια λάμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rasoir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "rasoir"
Φράσεις παρόμοιες με "rasoir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επί ξυρού ακμής
-
ξυράφι κουρέα
-
λεπίδα · ξυραφάκι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη