Μετάφραση του "religieuse" σε Ελληνικά
Οι καλόγρια, αδελφή, μοναχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "religieuse" σε Ελληνικά.
religieuse
noun
adjective
feminine
γραμματική
Femme ascétique qui choisit de vivre dans la prière et la contemplation, dans un monastère ou un couvent. [..]
-
καλόγρια
noun feminine -
αδελφή
noun feminine -
μοναχή
noun femininemembre d'une communauté religieuse féminine
Je n'avais jamais vu de religieuses avant.
Δεν είχα ξανά δει μοναχή σε όλη μου τη ζωή.
-
καλογριά
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " religieuse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "religieuse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκκλησιαστικό Δίκαιο · θρησκευτικός νόμος
-
έργο θρησκευτικής θεματολογίας
-
θρησκευτική ενδυμασία
-
θρησκευτική αίρεση
-
θρησκευτικό τάγμα · μοναστική τάξη
-
θρησκευτικός διωγμός
-
θρησκευτικό ίδρυμα
-
Κουάκεροι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη