Μετάφραση του "rencontre" σε Ελληνικά

Οι συνάντηση, γνωριμία, συναπάντημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rencontre" σε Ελληνικά.

rencontre noun verb feminine γραμματική

Hasard, occasion qui fait trouver fortuitement une personne, une chose. ''(Sens général).'' [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάντηση

    noun feminine

    Évènement planifié à l'avance qui a lieu à une date et un endroit précis. [..]

    Nomar nous a dit que Ruiz rencontrait son distributeur.

    Nomar μας είπαν ότι Ruiz είχε συνάντηση με τον διανομέα του.

  • γνωριμία

    noun

    Et tu le dis même si tu n'es pas content de rencontrer cette personne.

    Το λες ακόμα και αν δεν χάρηκες για τη γνωριμία.

  • συναπάντημα

    noun neuter

    Tu as fait une mauvaise rencontre.

    Είχες ένα κακό συναπάντημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντιμετωπίζω
    • συγκέντρωση
    • αντάμωμα
    • αντάμωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rencontre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rencontre"

Φράσεις παρόμοιες με "rencontre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rencontre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη