Μετάφραση του "rente" σε Ελληνικά
Οι εισόδημα, ράντα, μισθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rente" σε Ελληνικά.
rente
noun
verb
feminine
γραμματική
Compensation pour la vente de biens ou de services.
-
εισόδημα
noun neuterJe pensais qu'il aurait pu vous laisser une rente viagère.
Σκέφτηκα ότι μπορεί να σας είχε αφήσει ένα εισόδημα.
-
ράντα
-
μισθός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη