Μετάφραση του "ressort" σε Ελληνικά

Οι ελατήριο, σούστα, άνοιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ressort" σε Ελληνικά.

ressort noun verb masculine γραμματική

(du) ressort (de)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελατήριο

    noun neuter

    Μηχανική συσκευή από ελαστικό υλικό που ασκεί δύναμη όταν τεντώνεται.

    Desserrer le ressort du réducteur avant l’ouverture de la soupape de la bouteille.

    Να απελευθερώνεται το ελατήριο του μειωτήρα πριν από το άνοιγμα της βαλβίδας της φιάλης.

  • σούστα

    noun feminine
  • άνοιξη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ελατήριο
    • δαημοσύνη
    • περιοχή
    • ειδημοσύνη
    • θέρετρο
    • άλμα
    • πολυσύχναστο μέρος
    • το ελατήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ressort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ressort"

Φράσεις παρόμοιες με "ressort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ressort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη