Μετάφραση του "riche" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, εύπορος, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "riche" σε Ελληνικά.

riche adjective noun masculine γραμματική

Qui possède un trait particulier en abondance. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Ayant beaucoup d'argent et de possessions. [..]

    Les riches ne sont pas toujours plus heureux que les pauvres.

    Οι πλούσιοι δεν είναι πάντοτε πιο ευτυχισμένοι απ ́τους φτωχούς.

  • εύπορος

    adjective masculine

    Ayant beaucoup d'argent et de possessions.

    Si un autre perdait beaucoup d’argent, vous pourriez devenir un riche bienfaiteur et l’aider.

    Αν κάποιος άλλος πάθαινε οικονομική ζημιά, θα μπορούσατε να γίνετε εύπορος ευεργέτης και να σπεύσετε σε βοήθειά του.

  • λιπαρός

    adjective masculine

    riche en bons glucides et comporte assez de bonnes graisses.

    υψηλή σε καλούς υδατάνθρακες και αρκετά από τα καλά λιπαρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολύτιμος
    • βαρύς
    • παχύς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " riche " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "riche"

Φράσεις παρόμοιες με "riche" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "riche" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη