Μετάφραση του "rival" σε Ελληνικά
Οι ανταγωνιστής, αντίπαλος, αντίζηλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά.
rival
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ανταγωνιστής
noun masculineEt là, son principal rival est arrivé, et a battu ce record.
Στη συνέχεια ο βασικός του ανταγωνιστής βγήκε και έσπασε το ρεκόρ.
-
αντίπαλος
noun masculineDans les renseignements, un bon rival vous laisse croire que vous gagnez.
Στην κατασκοπεία, ένας καλός αντίπαλος, σε αφήνει να νομίζεις πως κερδίζεις.
-
αντίζηλος
Adjective Noun masculineUn homme change les rivaux en alliés de valeur.
Μόνο ένας επιτήδειος γίνεται αντίζηλος ενός πολύτιμου συμμάχου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rival " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη