Μετάφραση του "robuste" σε Ελληνικά
Οι ακμαίος, αθλητικός, γερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robuste" σε Ελληνικά.
robuste
adjective
masculine
γραμματική
Ayant un corps physiquement fort et robuste.
-
ακμαίος
adjective masculine« Si un homme robuste meurt, peut-il revivre ?
«Αν ο ακμαίος άνθρωπος πεθάνει, μπορεί να ξαναζήσει;
-
αθλητικός
adjective -
γερός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εύρωστος
- δυνατός
- ρωμαλέος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " robuste " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη