Μετάφραση του "rouille" σε Ελληνικά

Οι σκουριά, σκωρίαση, σκουριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rouille" σε Ελληνικά.

rouille adjective noun masculine feminine γραμματική

Oxyde de fer. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκουριά

    noun feminine

    Substance de couleur brun-rougeâtre qui forme une couche corrosive sur la surface de fer ou acier qui est en contact avec l'air humide ou avec l'eau.

    Qui sont couverts de rouille et dont certains semblent s'être retrouvés dans la victime.

    Που είναι καλυμμένα με σκουριά, μέρος της οποίας υπάρχει στο θύμα.

  • σκωρίαση

    noun feminine

    (107) Les maladies de la feuille qui touchent uniquement le blé sont les septorioses et la rouille jaune.

    (107) Οι ασθένειες των φυλλωμάτων που εκδηλώνονται μόνο στο σίτο είναι οι μελανώσεις και η κίτρινη σκωρίαση.

  • σκουριάζω

    verb

    Le répète pas, mais mes taches de rouille ressortent.

    Μην το πεις πουθενά αλλά και εγώ άρχισα να σκουριάζω

  • ερυσίβη

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rouille " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rouille

Rouille (maladie)

+ Προσθήκη

"Rouille" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rouille στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "rouille"

Φράσεις παρόμοιες με "rouille" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξεπερασμένος · σκουριασμένος
  • σκουριάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rouille" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη