Μετάφραση του "route" σε Ελληνικά

Οι οδός, δρόμος, πορεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "route" σε Ελληνικά.

route noun feminine γραμματική

Voie praticable par les voitures. ''(Sens général).'' [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδός

    noun feminine

    Valeurs indiquant si la route est revêtue ou non.

    Τιμές που δηλώνουν κατά πόσον μια οδός είναι οδοστρωμένη ή μη.

  • δρόμος

    noun masculine

    διαδρομή, οδός στην ξηρά μεταξύ δύο περιοχών [..]

    Cette route est dangereuse.

    Αυτός ο δρόμος είναι επικίνδυνος.

  • πορεία

    noun feminine

    Une longue section de sol dur sur laquelle il est possible de conduire d'un endroit à un autre.

    L’annexe I esquisse une feuille de route possible.

    Το παράρτημα 1 σκιαγραφεί έναν πιθανό χάρτη πορείας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στράτα
    • διαδρομή
    • μονοπάτι
    • ατραπός
    • δημόσιος δρόμος
    • εθνική οδός
    • επιφάνεια δρόμου
    • κατάστρωμα οδού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " route " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "route"

Φράσεις παρόμοιες με "route" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "route" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη