Μετάφραση του "routeur" σε Ελληνικά
Οι δρομολογητής, διανομέας, Δρομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "routeur" σε Ελληνικά.
Appareil à réseau permettant à un réseau de se connecter à un autre ; typiquement, les routeurs permettent à plusieurs ordinateurs de partager une connexion internet.
-
δρομολογητής
noun masculineC'est un routeur solaire qui alimente toute l'usine en énergie solaire.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
-
διανομέας
noun -
Δρομολογητής
ηλεκτρονική συσκευή η οποία αναλαμβάνει την αποστολή και λήψη πακέτων δεδομένων
C'est un routeur solaire qui alimente toute l'usine en énergie solaire.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " routeur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Δρομολογητής
C'est un routeur solaire qui alimente toute l'usine en énergie solaire.
Είναι ηλιακός δρομολογητής που τροφοδοτεί όλο το εργοστάσιο με ηλιακή ενέργεια.
Φράσεις παρόμοιες με "routeur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιμετρικός δρομολογητής
-
δρομολογητής κεντρικού δικτύου
-
δρομολογητής λογισμικού
-
στατικός δρομολογητής
-
δρομολογητής υλικού
-
εσωτερικός δρομολογητής
-
εφεδρικός καθορισμένος δρομολογητής
-
καθορισμένος δρομολογητής