Μετάφραση του "ruminant" σε Ελληνικά

Οι μηρυκαστικό, μηρυκαστικός, υποτάξη Ruminantia είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruminant" σε Ελληνικά.

ruminant adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηρυκαστικό

    noun neuter

    La note explicative concerne les matières dérivées de tous les ruminants.

    Το παρόν επεξηγηματικό σημείωμα αφορά υλικά από κάθε είδους μηρυκαστικό.

  • μηρυκαστικός

    adjective
  • υποτάξη Ruminantia

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruminant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ruminant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναχαράζω · καλοσκέφτομαι · μηρυκάζω · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι
  • μηρυκαστικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruminant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη