Μετάφραση του "ruminant" σε Ελληνικά
Οι μηρυκαστικό, μηρυκαστικός, υποτάξη Ruminantia είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruminant" σε Ελληνικά.
ruminant
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
μηρυκαστικό
noun neuterLa note explicative concerne les matières dérivées de tous les ruminants.
Το παρόν επεξηγηματικό σημείωμα αφορά υλικά από κάθε είδους μηρυκαστικό.
-
μηρυκαστικός
adjective -
υποτάξη Ruminantia
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruminant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη