Μετάφραση του "rupture" σε Ελληνικά

Οι ρήξη, διακοπή, διάρρηξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rupture" σε Ελληνικά.

rupture noun feminine γραμματική

rupture (d’une promesse) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρήξη

    noun

    Une rupture programmée, nécessaire pour le fonctionnement du dispositif limiteur d’effort, est néanmoins admise.

    Μια προγραμματισμένη ρήξη που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του μηχανισμού περιορισμού του φορτίου εντούτοις επιτρέπεται.

  • διακοπή

    noun feminine

    Afin d'éviter une rupture d'approvisionnement de ces îles, cette modification revêt un caractère urgent.

    Για να αποφευχθεί η διακοπή του εφοδιασμού αυτών των νήσων, η τροποποίηση αυτή έχει επείγοντα χαρακτήρα.

  • διάρρηξη

    noun feminine

    Ce sont la rupture de préservatif et la contamination, prises ensemble, qui constitueraient l'accident.

    Ατύχημα συνιστούν, από κοινού, η διάρρηξη του προφυλακτικού και η μόλυνση.

  • θραύση

    Dans certains cas, une rupture d'émulsion peut se révéler nécessaire avant le déshuilage.

    Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να απαιτηθεί θραύση του γαλακτώματος πριν από τον διαχωρισμό ελαίου — νερού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rupture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rupture"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rupture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη