Μετάφραση του "sac" σε Ελληνικά

Οι τσάντα, σάκκος, σακούλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sac" σε Ελληνικά.

sac noun masculine γραμματική

Conteneur flexible fait de tissu, de papier, de plastique, de cuir, etc. conçu pour y mettre quelque chose et pour le transporter. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσάντα

    noun

    Poche ouverte seulement par le haut et qui sert à mettre toutes sortes de choses

    Elle a mis la clé dans son sac.

    Αυτή έβαλε το κλειδί στην τσάντα της.

  • σάκκος

    noun masculine

    Si des sacs de prélèvement sont utilisés, ils doivent être vidés.

    Εάν χρησιμοποιούνται σάκοι δειγματοληψίας, αυτοί πρέπει να εκκενώνονται.

  • σακούλα

    noun feminine

    On aurait dit qu'il y aurait pu y avoir une tête dans ce sac.

    Έμοιαζε σαν να μπορούσε να είναι ένα κεφάλι στη σακούλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σάκος
    • σακί
    • τσουβάλι
    • βαλίτσα
    • λεηλασία
    • αρπάζω
    • διαγούμισμα
    • κούρσεμα
    • πλεμάτι
    • τσουβαλιά
    • τσάντα γυναικεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sac " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sac"

Φράσεις παρόμοιες με "sac" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sac" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη