Μετάφραση του "saisonnier" σε Ελληνικά
Οι εποχιακός, εποχικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "saisonnier" σε Ελληνικά.
saisonnier
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
εποχιακός
adjectiveEt c'est cette même cadence saisonnière d'eau en été
Ο ίδιος εποχιακός όγκος νερού το καλοκαίρι
-
εποχικός
SPERc est le coefficient sur énergie primaire saisonnier pour le refroidissement, exprimé en %,
SPERc είναι ο εποχικός λόγος πρωτογενούς ενέργειας στην κατάσταση ψύξης, εκφρασμένος σε %·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " saisonnier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "saisonnier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εποχική ανεργία
-
εποχιακή μετανάστευση (αποδημία) · εποχική μετανάστευση
-
εποχιακή διακύμανση
-
εποχιακή εργασία
-
εποχικός εργαζόμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη