Μετάφραση του "salariat" σε Ελληνικά

Το έμμισθη εργασία είναι η μετάφραση του "salariat" σε Ελληνικά.

salariat noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμμισθη εργασία

    relation de subordination dans laquelle l'employé vend sa force de travail à l'employeur

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salariat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salariat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη